fbpx

Μικρέ βλέπεις τον… παππού;

Κάθε φορά που διαβάζω ένα όνομα, όπως αυτό του Ματιέ Βαλμπουενά, να φιγουράρει σε οποιαδήποτε μεταγραφικά σενάρια ελληνικής ομάδας, επιφυλάσσομαι πάντα να προβώ σε εκτιμήσεις για την παρουσία του στον ποδοσφαιρικό μας μικρόκοσμο, όσο βαρύ κι αν είναι το επώνυμό του.

«Το κίνητρό του. Μπορείς να μου πεις πόσο διψασμένος για ποδόσφαιρο έρχεται στην Ελλάδα;»… Αυτό είναι το μοναδικό ερώτημα στο οποίο αναζητώ απάντηση, προτού προχωρήσω σε οποιαδήποτε εκτίμηση. Το ίδιο είχα πράξει και εκείνο το βράδυ της 27ης Μαΐου 2019, όταν ο Ολυμπιακός ανακοίνωνε την απόκτηση του 34χρονου Ματιέ Βαλμπουενά. Είχα τηλεφωνήσει σε έναν καλό συνάδελφό που γνωρίζει απ’ έξω κι ανακατωτά τα πάντα για το γαλλικό ποδόσφαιρο και του είχα θέσει την ίδια ερώτηση: «Ρε συ, έρχεται με όρεξη, ή απλά για να κολλήσει τα τελευταία του ένσημα;»

Η απάντηση που έλαβα έμοιαζε τόσο… κατηγορηματική που δυσκολεύτηκα να την αποδεχτώ χωρίς δεύτερες σκέψεις: «Αδελφέ, άστο. Μιλάμε για άρρωστο τύπο με το ποδόσφαιρο. Θα σταματήσει να παίζει μπάλα κι ακόμη θα προπονείται για να διατηρείται σε καλή κατάσταση».

Σχεδόν είκοσι μήνες μετά ακόμη κι εκείνη η κατηγορηματική απάντηση, φαντάζει εξαιρετικά φτωχή για να καταγράψει το θαυμασμό που αισθάνομαι για τον Γάλλο άσσο κάθε φορά που μπαίνει στο γήπεδο φορώντας την ερυθρόλευκη φανέλα. Και δεν είναι ένα συναίσθημα που προκύπτει από το ταλέντο ή την κλάση του που, ούτως ή άλλως, τα γνωρίζαμε αλλά από τη δίψα που διαθέτει για το ποδόσφαιρο, βρισκόμενος πλέον στα 36 του χρόνια και έχοντας βγάλει χρήματα για να ζήσει και τα… δισέγγονά του.

Είτε ξεκινάει στην ενδεκάδα, είτε μπαίνει αλλαγή από τον πάγκο, δεν βλέπεις έναν ποδοσφαιρικά «ηλικιωμένο», ή έναν «παππού» όπως είναι κάθε 36άρης ποδοσφαιριστής στα μάτια οποιουδήποτε πιτσιρικά, αλλά βλέπεις έναν… μπόμπιρα να μπαίνει στην αλάνα, με την ίδια ανυπομονησία, το ίδιο πάθος, την ίδια λάμψη στα μάτια που συνοδεύει καθημερινά χιλιάδες πιτσιρικάδες σε αλάνες, σοκάκια, στενάκια ή γηπεδάκια ολόκληρου του πλανήτη, λίγα λεπτά πριν δώσουν τα «ντέρμπι της ζωής τους».  

Ξέρετε, τρελαίνομαι να βλέπω νεαρούς σε ηλικία ποδοσφαιριστές να πετάνε στα σκουπίδια το ταλέντο με το οποίο τους έχει προικίσει ο Θεός, επειδή είτε δεν θέλουν να δουλέψουν, είτε δεν μπορούν να χαρούν αυτό το υπέροχο άθλημα.

Αυτό ακριβώς είναι ο Ματιέ Βαλμπουενά: Η χαρά του ποδοσφαίρου! Η προσωποποίηση της αγάπης για τη «στρογγυλή θεά». Είναι το μεράκι, η δίψα, το πάθος, η προσδοκία του επόμενου λεπτού, της επόμενης φάσης. Αν λοιπόν ποτέ δείτε κάποιον πιτσιρικά είτε να μην προσπαθεί όσο μπορεί, είτε να βαριέται τη ζωή του σε ένα γήπεδο, απομονώστε τον μπροστά σε μια τηλεόραση, δείξτε του στο YouTube φάσεις με πρωταγωνιστή τον Βαλμπουενά και πείτε του απλά «μικρέ, τον βλέπεις τον παππού»;

ΥΓ: Και κάτι συνολικά για τον Ολυμπιακό και τη συνέχεια της σεζόν. Η ποδοσφαιρική λογική λέει ότι όσο κυλάει η χρονιά – κι αν φυσικά δεν προκύψουν στην πορεία σοβαρά προβλήματα τραυματισμών ή απωλειών ελέω Covid – οι «ερυθρόλευκοι» θα ανεβάζουν στροφές όσο περνούν οι εβδομάδες. Με τους παίκτες που χτυπήθηκαν από κορονοϊό (όπως ο Καμαρά, ή ο Μπα) να βρίσκουν σταδιακά τον καλό τους εαυτό, με τους τραυματίες (όπως ο Βαλμπουενά) να επιστρέφουν στη δράση και με το καλεντάρι να μην περιλαμβάνει πλέον τα απαιτητικά – και σε σωματικό, αλλά και σε πνευματικό επίπεδο – παιχνίδια του Τσάμπιονς Λιγκ, η λογική λέει ότι η αγωνιστική διαφορά του Ολυμπιακού έναντι του εγχώριου ανταγωνισμού, ολοένα και αυξάνεται, αντί να μειώνεται. Όλα αυτά, βέβαια, πάντα με την προϋπόθεση ότι δεν θα εισέλθει στα αποδυτήρια του Ρέντη οποιαδήποτε μορφή αλαζονείας ή εφησυχασμού.