fbpx

Τζενάρο Γκατούζο: Ένας ζωντανός μαχητής

Ο άνθρωπος με την ακόρεστη αγάπη του για το ποδόσφαιρο, ο τελειομανής, ο «τρελάκιας», εκείνος που «ζωγράφιζε» στα γήπεδα της Ιταλίας και πέρασε ρηξικέλευθα από εκείνα της Ελλάδας, μεταφέροντας το ανόθευτο πάθος του για την μπάλα. Ο άνθρωπος με το δύσκολο ξεκίνημά του ως προπονητής, θέση από την οποία φρόντισε να συντηρήσει κατά τα άλλα, τη φήμη του οξύθυμου παίκτη.

Ο Τζενάρο Ιβάν Γκατούζο, για τους φίλους «Ρίνο», γίνεται 43.

Σήμερα είναι προπονητής της Νάπολι και δίνει μάχη με τη μυοπάθεια, μια νευρομυϊκή διαταραχή, που οδηγεί σε αδυναμία και ραγδαία εξάντληση των σκελετικών μυών. Δεν είναι η πρώτη φορά που το παθαίνει, ενώ όπως έχει δηλώσει κι ο ίδιος δυσκολεύεται μέχρι και να σταθεί όρθιος. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, ακούστηκαν διάφορα για την κατάσταση της υγείας του, καθώς το τελευταίο διάστημα εμφανιζόταν με καλυμμένο το δεξί μάτι.

Γεννήθηκε στο Κοριλιάνο Κάλαμπρο της Ιταλίας στις 9 Ιανουαρίου του 1978. Τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα τα έκανε στην Περούτζια και τη σεζόν 1997-98, όταν ήταν 19 χρονών, ταξίδεψε μέχρι τη Γλασκώβη της Σκωτίας, με τον τότε προπονητή της Ρέιντζερς, Γουόλτερ Σμιθ να έχει μεγάλες βλέψεις για τον Ιταλό αμυντικό μέσο.

Την επόμενη χρονιά, και μετά την αποχώρηση του Σμιθ και τον ερχομό του Άντβοκαατ, ο «Ρίνο» αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στην πατρίδα του και να παίξει με τα χρώματα της Σαλερνιτάνα. Εκεί, πριν καλά καλά συμπληρώσει μια χρονιά στη Serie A, βρήκε την ποδοσφαιρική του Ιθάκη στη Μίλαν των Αντρέι Σεβτσένκο, Κακά, Μαλντίνι και Αντρέα Πίρλο.

Ο έκρυθμος χαρακτήρας του βγήκε στην επιφάνεια όταν επιτέθηκε με πιρούνι στον Πίρλο, καθώς δεν άντεχε το σκληρό χιούμορ εκείνου και της κλίκας του. Για τα επόμενα 13 χρόνια (1999-2012), ωστόσο κατάφερε να τοποθετηθεί στο πάνθεο με τους καλύτερους παίκτες που πέρασαν ποτέ από τους «Ροσονέρι» και οι οπαδοί τους τον αγάπησαν ιδιαίτερα.

Το 2012 ολοκλήρωσε την καριέρα του ως ποδοσφαιριστής, με τελευταίο του σταθμό την Ελβετική Σιόν, όπου διετέλεσε και προπονητής. Αυτή η πορεία δεν είχε και το πιο εύκολο ξεκίνημα, με τον Γκατούζο να περνάει κι από τον πάγκο της Παλέρμο για να έρθει στην Ελλάδα και τον ΟΦΗ που του ταίριαζε εκείνη την περίοδο.

Στα μισά της σεζόν, όμως, παραιτήθηκε, ενώ το ξέσπασμα κατά τη συνέντευξη Τύπου μετά από εκείνο το ματς με τον Ατρόμητο, έμεινε στην ιστορία. Έτσι, όταν ο Τζενάρο κλήθηκε να σχολιάσει ένα δημοσίευμα περί φυγής του, είπε: «Αυτή η ομάδα, είναι η δική μου ομάδα. Είμαι ο καπετάνιος του καραβιού και ποτέ δεν θα αφήσω το καράβι. Είναι πολύ εύκολο στα 37 μου να ξυπνήσω μια ημέρα και να πω φεύγω» και συμπλήρωσε πως όσα διαβάζει στις εφημερίδες είναι «ola malakia, 100% malakia».

Επόμενος σταθμός του Τζενάρο ήταν η Μίλαν, ως προπονητής αυτή τη φορά, το 2017, συμβόλαιο που λύθηκε μετά από δύο χρόνια «κοινή συναινέσει», επειδή δεν διασφάλισε η ομάδα θέση για το Τσάμπιονς Λιγκ. Έχοντας πλέον μεγαλύτερη προπονητική ωριμότητα, ανέλαβε το τιμόνι των Ναπολιτάνων μέχρι και σήμερα, οδηγώντας τη και στην κατάκτηση του Κόπα Ιτάλια. Μια ομάδα που μετέτρεψε τον θερμοκέφαλο Ιταλό σε φιλόσοφο.

Ο εκ φύσεως μαχητής των γηπέδων που δεν τα παράτησε ούτε ως παίκτης, παίζοντας με ένα μάτι για μισή ώρα σε ματς ανάμεσα σε Μίλαν και Λάτσιο στα 34 του, και άλλους 33 αγώνες με τους μύες του ματιού του να μη λειτουργούν σωστά.

Δεν τα παράτησε ούτε ως προπονητής, ξεκινώντας με μια σειρά από αποτυχίες, ούτε και εκτός γηπέδων, χάνοντας την αδερφή του στο πρώτο κύμα της πανδημίας.

Απεναντίας, ο Τζενάρο φαίνεται να ανταπεξέρχεται καλύτερα στις δυσκολίες και τον περασμένο Μάρτιο, που ο κορωνοϊός θέριζε την Ιταλία, εκείνος κάλυψε σχεδόν εξ’ ολοκλήρου το ποσό για την αγορά ασθενοφόρου στη γενέτειρά του. Ακόμη, ίδρυσε και το φιλανθρωπικό ίδρυμα  “Foundation Rino Forza Ragazzi” όπως και τη δική του ποδοσφαιρική σχολή για τα παιδιά της πατρίδας του.

Ο σκληρός εντός και εκτός αγωνιστικών ορίων Γκατούζο, αποδεικνύει πως είναι ένας αληθινός ηγέτης που μιλώντας σήμερα για την ασθένειά του, δηλώνει πως «υπάρχουν και χειρότερα στη ζωή». Και συνεχίζει: «Η ζωή είναι ωραία και πρέπει να την απολαμβάνουμε χωρίς φόβο. Ξέρω ότι κυκλοφορούν φήμες πως πεθαίνω, αλλά σας διαβεβαιώνω πως είμαι καλά. Όταν κάποτε πεθάνω πάντως, θα ήθελα να φύγω εκεί που έζησα τα πάντα, σ’ ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο».

Εμείς θα του ευχηθούμε να έχει πολλές ακόμη και «χρυσές» σελίδες να γράψει στην προπονητική του καριέρα, αλλά και στη ζωή, την οποία έχει μάθει να ζει με  πάθος, πείσμα και, φυσικά, μαχητικότητα.