fbpx

Τον Λουκά λατρεύεις να τον μισείς

Ο Λουκάς Βύντρα, που πλέον βγάζει το ψωμί του στην Λαμία, έγραψε χθες ένα χρυσό ρεκόρ. Με την συμμετοχή στο ματς της ομάδας του κόντρα στον ΠΑΟΚ στην Τούμπα, αγωνιζόμενος μάλιστα μετά από 115 μέρες ελέω ενός τραυματισμού και του κορονοϊού, έγινε ο πρώτος ποδοσφαιριστής που πατάει χορτάρι σε τόσο προχωρημένη ηλικία. Ο αμυντικός της Λαμίας και πρώην διεθνής έχει συμπληρώσει τα 40 του χρόνια εδώ και λίγες μέρες. Απαραίτητη διευκρίνηση και για ιστορικούς λόγους, ότι δεν συμπεριλαμβάνονται οι τερματοφύλακες στο προαναφερθέν ρεκόρ, αφού τόσο εν Ελλάδι όσο και στο εξωτερικό, είναι σύνηθες σε αυτή τη θέση της ενδεκάδας να αγωνίζονται οι παίκτες μέχρι τα βαθιά ποδοσφαιρικά τους γεράματα.

Το πόσο μεγάλο είναι το επίτευγμα του Λουκά Βύντρα φαίνεται και από το πόσο μικρή είναι η εν λόγω λίστα. Μόλις πέντε άτομα έχουν καταφέρει να πατήσουν γήπεδο σε επίπεδο Superleague σε τόσο μεγάλες ηλικίες. Στα 39 και λίγο πριν μπουν στην πέμπτη δεκαετία της ζωής τους, έφθασαν να αγωνίζονται οι Μητρόπουλος, Νιόπλιας, Βαζέχα και Πίτι ,με τον τελευταίο μάλιστα να είναι συμπαίκτης του Έλληνα άσου στην ομάδα της Φθιώτιδας. Δεν ξέρω αν ο Βύντρα θα συνεχίσει και του χρόνου να παίζει, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως τον συγκεκριμένο παίκτη είτε τον αγαπάς, είτε λατρεύεις να τον μισείς.

Η καριέρα του είναι γεμάτη από συμμετοχές, πολλά παράπονα από τους φιλάθλους – ιδιαίτερα του Παναθηναϊκού όπου και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της πορείας του ως ποδοσφαιριστής, γκρίνια για την απόδοση του και αρκετές απορίες γιατί παίζει με όλους τους προπονητές στο τριφύλλι, αλλά και στην Εθνική ομάδα. Προσωπικά δεν ήμουν και φαν του. Για την ακρίβεια περισσότερο πολέμιος του ήμουν. Θεωρώ ότι το κακό ξεκίνησε από την ίδια την ομάδα του Παναθηναϊκού όταν τον απέκτησε. Ο Βύντρα στον Πανηλειακό τα καλύτερα του παιχνίδια τα είχε κάνει ως δεξί στόπερ ή ως αμυντικό χαφ, εξάρι δηλαδή. Ξεχώριζε για την ταχύτητα του, την γρήγορη αντίληψη στις φάσεις και τις σωστές τοποθετήσεις. Οι πράσινοι τον απέκτησαν στην μεταγραφική περίοδο του Ιανουαρίου του 2004 χωρίς όμως να έχει χρόνο συμμετοχής σε μια σεζόν που το τριφύλλι κατέκτησε υπό τις οδηγίες του Γιτζάκ Σουμ το νταμπλ.

Το θέμα προέκυψε την επόμενη σεζόν. Ο Γιούρκας Σεϊταρίδης, το βασικό και εξαιρετικά ποιοτικό δεξί μπακ, έφυγε με μεταγραφή και αντί να αποκτηθεί κάποιος ισάξιος αντικαταστάτης ή έστω κανονικό μπακ, η ομάδα αποφάσισε να “βαφτίσει” τον Βύντρα ως την ιδανική λύση. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Τζίφος και πολλή γκρίνια στην κερκίδα. Το παιδί δεν ήξερε την θέση, δεν διέθετε σπουδαίες επιθετικές αρετές για να είναι ο βασικός σε μια ομάδα όπως ο Παναθηναϊκός και οι σέντρες του περισσότερο έμοιαζαν με διωξιματα παρά με προσπάθειες τροφοδότησης των συμπαικτών του. Μοιραία η σύγκριση με τον προκάτοχό του τον έβγαζε χειρότερο και οι οπαδοί άρχισαν να τον “στολίζουν” με επίθετα και να σκαρώνουν ανέκδοτα.

Πραγματικά πιστεύω πως αν εκείνη την εποχή ο Λουκάςέπαιζε στις φυσικές του θέσεις θα ήταν και πολύ πιο χρήσιμος και πολύ πιο αγαπητός στις μάζες των πρασίνων φιλάθλων. Η απάντηση πάντως στο ερώτημα γιατί έπαιζε με όλους είναι εν τέλει μάλλον εύκολη. Δουλευταρας από τους λίγους, πιστός στρατιώτης του πλάνου κάθε προπονητή και κυρίως παίκτης που πάντα έβαζε το εγώ του κάτω από το εμείς για το καλό του συνόλου. Προσωπικά ως φίλαθλος του χρωστάω μια συγγνώμη και του οφείλω ένα μπράβο για το ρεκόρ και την πορεία του που αμφότερα δεν του χαρίστηκαν, αλλά ήταν και είναι προϊόν σκληρής δουλειάς.